In englishΑρχική σελίδα

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ
Επιφυλλίδες για τη γλώσσα

Το Ευαγγέλιο και η σύγχρονη γλώσσα

Μια σημασιολογική αναδίφηση σε ορισμένες γνωστές λέξεις από το κείμενο της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους

  Εχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα, λόγω της μακραίωνης ιστορίας της, προσφέρεται για τη μελέτη της εξέλιξης της γλώσσας στη γραμματική και συντακτική της δομή και κατεξοχήν στις μεταβολές της σημασίας των λέξεων.
  Ιδιαίτερα διδακτική είναι η αναδίφηση στη σημασία των λέξεων όπως εμφανίζεται σ' ένα από τα πιο βασικά κείμενα της ελληνιστικής Κοινής, στο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Στη γλώσσα των Ευαγγελίων διαπιστώνει κανείς πόσο διαφορετική ήταν η σημασία ορισμένων λέξεων που χρησιμοποιούμε σήμερα στη γλώσσα μας και πώς μεταβάλλονται οι σημασίες των λέξεων της γλώσσας χωρίς να αλλάζει η μορφή τους. Το «σημαίνον» της λέξης παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, ενώ αλλάζει το «σημαινόμενον». Αξίζει, νομίζω, να παρακολουθήσουμε το φαινόμενο ανατρέχοντας στη σημασιολογική μεταβολή ορισμένων γνωστών λέξεων.

  Ελληνιστής είναι σήμερα ο (ξένος κυρίως) λόγιος που ασχολείται με τα ελληνικά γράμματα (γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία κ.λπ.), παλαιότερα δε ιδίως ο ασχολούμενος με την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Ωστόσο, στα χρόνια του Ευαγγελίου ελληνιστής ήταν «ο ελληνόφωνος Εβραίος»: «και παρρησιαζόμενος εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ελάλει τε και συνεζήτει προς τους Ελληνιστάς» (Πράξ. Αποστ. 9.30).
  Το ρήμα συγκινώ που σήμερα κυρίως σημαίνει «προκαλώ ψυχική διέγερση, συναισθηματική ένταση» βρίσκεται στο Ευαγγέλιο με την κυριολεκτική σημασία του «κάνω να κινηθούν όλοι μαζί», άρα «ξεσηκώνω»: «(τινές εκ της συναγωγής) συνεκίνησάν τε τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, και επιστάντες συνήρπασαν αυτόν [τον Στέφανον] και ήγαγον εις το συνέδριον». (Πράξ. 6.12).

  Η λέξη κρίμα χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία «ευθύνη για μια αδικία που γίνεται εις βάρος κάποιου» (στη φράση «το κρίμα στον λαιμό σου») και επίσης όταν θέλουμε να δηλώσουμε έμμεσα τη συμπάθεια, τη λύπη του ομιλητή για κάτι που συμβαίνει άδικα («κρίμα / τι κρίμα να πάνε χαμένες προσπάθειες τόσων ετών»). Στην Κοινή του Ευαγγελίου, ωστόσο, βρίσκουμε τη λέξη με την αρχική σημασία της ως παραγώγου του ρήματος κρίνω· σημαίνει το αποτέλεσμα του κρίνω, την απόφαση και την πράξη του να κρίνει κανείς, την κρίση: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού» (Επιστ. Ρωμ. 11.33) και «και είπεν ο Ιησούς· εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Η σημερινή σημασία της λέξης («ευθύνη για αδικία») προέρχεται από χρήσεις, όπως «οι κατεσθίοντες [για τους γραμματείς] τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα».

  Η αρχαία λέξη επήρεια «προσβλητική μεταχείριση, κακομεταχείριση» (πιθ. από το ομηρικό αρειή «κακομεταχείριση, βλάβη» ή από το έρις «έριδα») έδωσε το αρχ. επηρεάζω «φέρομαι προσβλητικά, κακομεταχειρίζομαι». Με αυτή τη σημασία βρίσκουμε τη λέξη και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. 5.44). Σήμερα η λέξη πέρασε στη σημασία «κατευθύνω έμμεσα, με τα λόγια ή τις πράξεις μου, τις ενέργειες, τον τρόπο σκέψης, τις αποφάσεις κ.λπ. κάποιου».

  Η λ. καθηγητής, που σημαίνει σήμερα τον διδάσκοντα ένα ειδικό γνωστικό αντικείμενο στην τριτοβάθμια (ΑΕΙ-ΤΕΙ) ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σήμαινε αρχικά (από το καθ-ηγούμαι) «αυτόν που καθοδηγεί, που δείχνει τον δρόμο στους άλλους» και, γενικότερα, «τον οδηγητή, τον καθοδηγητή, τον διδάσκαλο»: «μηδέ κληθήτε καθηγηταί. είς γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (Ματθ. 23.10).

  Το ρήμα καταγγέλλω χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία του «αναφέρω δημόσια παράνομες πράξεις, καταφεύγω στο δικαστήριο εναντίον κάποιου». Εχει δηλ. τη σημασία του «ψέγω, κατηγορώ». Στην αρχαία Ελληνική το καταγγέλλω σήμαινε «κηρύσσω» (πόλεμο), «αναγγέλλω» γενικά και, λιγότερο, ό,τι και σήμερα («καταγγέλλω την επιβουλήν, τους δεσπότας» κ.λπ.). Στη γλώσσα του Ευαγγελίου το καταγγέλλω χρησιμοποιείται ως εύσημη λέξη για να δηλώσει το «διακηρύσσω, ευαγγελίζομαι, φέρνω σημαντική είδηση». Ετσι ο Παύλος στον λόγο του προς τους Αθηναίους στον Αρειο Πάγο λέει: «Διερχόμενος γαρ και αναθεωρών τα σεβάσματα υμών εύρον και βωμόν εν ω επεγέγραπτο "Αγνώστω Θεώ". ον ουν αγνοούντες ευσεβείτε, τούτον εγώ καταγγέλλω υμίν». (Πράξ. Αποστ. 17.23-24) και «ήλθον ου καθ' υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού» (Κορ. Α' 2.1).

  Στο τελευταίο απόσπασμα βρίσκουμε τη λ. μαρτύριον με τη σημασία της «μαρτυρίας» και, κατ' επέκταση, της «αλήθειας» του Θεού. Ομοίως στο απόσπασμα: «καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν, ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι» (Κορ. Α' 2.7). Αργότερα η λ. μαρτύριο πέρασε στη δήλωση της σωματικής δοκιμασίας, των βασανιστηρίων και του θανάτου ακόμη που υπέστησαν οι μάρτυρες για την πίστη τους, αργότερα και της ψυχικής δοκιμασίας, σημασίες με τις οποίες χρησιμοποιείται η λέξη και σήμερα (σπανιότερα χρησιμοποιείται και με τη σημασία της μαρτυρίας, του τεκμηρίου). Αξίζει να λεχθεί ότι και η ομόρριζη λέξη διαμαρτύρομαι, που αρχικά σήμαινε «επικαλούμαι τους θεούς και τους ανθρώπους ως μάρτυρες (για κάτι που λέω ή που υφίσταμαι)» και που ήδη στην αρχαία γλώσσα πέρασε στη σημασία που έχει και σήμερα, στη γλώσσα του Ευαγγελίου βρίσκεται με διαφορετική σημασία, του «κηρύσσω, διακηρύσσω, αναγγέλλω, κάνω γνωστό»: «και διδάξαι υμάς δημοσίως και κατ' οίκους, διαμαρτυρόμενος Ιουδαίοις τε και Ελλησι [=ειδωλολάτρες] την εις τον Θεόν μετάνοιαν και πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Πράξ. Αποστ. 20.21).

  Αναφέρθηκα δι' ολίγων σε μερικές λέξεις της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους. Ωστόσο, οι περισσότερες λέξεις του Ευαγγελίου σώζονται με την ίδια ή παραπλήσια σημασία. Ο πατέρας της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Γ. Χατζιδάκις, στη μελέτη του «Περί της ενότητος της ελληνικής γλώσσης» (Επιστ. Επετηρίς Παν/μίου Αθηνών 5, 1908-9, σ. 47-51) έδειξε ότι «εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Καινής Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά· των δε λοιπών αι πλείσται μεν, 2.260, νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τις 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του ελληνικού λαού».

  Δεν είναι εκπληκτικό να μιλούν οι νέοι σήμερα για πώρωση και πωρωμένους, δηλώνοντας «την τυφλή προσήλωση σε κάτι χωρίς να βλέπει κανείς τίποτε άλλο», και να διαβάζουμε στα κείμενα της Κ. Διαθήκης «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού [...] διά την πώρωσιν της καρδίας αυτών» και «και γνους ο Ιησούς λέγει αυτοίς· τι διαλογίζεσθε ότι άρτους ουκ έχετε; ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; ότι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών; οφθαλμούς έχετε και ου βλέπετε, και ώτα έχοντες ουκ ακούετε;», να γίνεται λόγος δηλ. για την τύφλωση και την αδυναμία να δει κανείς την πραγματικότητα ή κάτι άλλο από αυτό που έχει ήδη στο μυαλό του;

 

Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 11, 18/10.1998